Άγριο κι αν είναι το όραμα καλό είναι το σημάδι.....

Κ΄ένα σάλεμα σάλεψε στα ολόβαθα του νου τους
Και στην καρδιά τους μιά φωνή, κ΄έτσι η φωνή μιλούσε.
«Στρατιώτες και σπαθάρηδες, τουρμάρχες και σεργέντες,
του Λογοθέτη οι σύντροφοι, του βασιλιά οι νομάτοι,
χαρά σ’έσας κι αλλοίμονο σ’ έσας του ξένου διώχτες!
Άγριο κι αν είναι το όραμα καλό είναι το σημάδι.»…


Κωστή Παλαμά, Η Φλογέρα του Βασιλιά, Λόγος Πρώτος.

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά,

θα πάρω μονοπάτια,

να βρω τα σκαλοπάτια,

που πάν' στη λευτεριά».

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

(Τον έστειλαν στην κρεμάλα οι Άγγλοι 14 Μαρτη 1957, γιατί είθελε, λέει νάναι λεύτερος)

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Τα γυμνά οπίσθια....



Στην ταινία του Κώστα Γαβρά “Η ομολογία” η σοβαροφάνεια μιας δίκης της πλάκας καταρρέει με ένα μεγάλο ξέσπασμα γέλιου, όταν λύνεται το παντελόνι και γυμνώνεται δημόσια ενώπιον του επαγγελματικού ακροατηρίου ο υπάκουος κατά παραγγελία ένοχος. Το ίδιο ακατάσχετο γέλιο προκαλούν τα γυμνά οπίσθια που σιγά-σιγά αποκαλύπτονται στην μεταπολιτευτική παράγκα, στο μεταπολιτευτικό παράμαγαζο “δημoκρατία 74”
Ντάλα “δημοκρατία¨ τα οπισθια του  παλιού ξεγυμνώνονται. Το παλίο ξεγυμνώνεται μέσα στις αντιφατικές καταστάσεις, όπου η απάτη  αναμιγνύεται με την λαμογιά , όπου η λαμογιά χρωματίζει την απάτη και όπου το πνεύμα υποτάσσεται στον χαμαιλεοντισμό ανταγωνιστικών απαιτήσεων. Τα παλία κόμματα αφού για 38+1 χρόνια οδηγησαν την Ελλάδα στη παρακμή και στη φτώχεια ξεβρακώνονται.

Απελπισμένα ανθρωπάκια στριμώχνονται στα τηλεπαράθυρα. Με την βλακεία αποτυπομένη στο πρόσωπο, με φαυλοκυκλικά επιχειρήματα και βαθειά χωμένο μέσα στο κοτοπουλήσιο κεφάλι τους τον κανόνα  της Μαφίας ότι δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω, δεν ήμουν και άν ήμουν κοιμόμουν,  προσπαθούν να μας πείσουν ότι  τα κόμματά τους φοράνε τα παντελόνια τους, ενω έχουν ξεγυμνωθεί όπως ο ένοχος του Γαβρά. Είναι ακόμα ζωντανά, ενώ η μυρουδιά της ψοφιοσύνης  γεμίζει τον αέρα

Κόμματα και προσωπικότητες που για 38+1 πρωτοαγωνίστησαν στην Ελλάδα της φαυλοκρατικής εμφυλιακής μεταπολίτευσης, της υπερχρέωσης, της λαμογιάς, της καταστροφής της παιδείας προσπαθούν να παρουσιάσουν την τελική τους ήττα ως σωτηρία με το σαθρό επιχείρημα ότι τάχα φτάινε οι ξένοι.  Η συνταγή φταίνε οι ξένοι είναι δημοφιλής δημοφιλέστατη στους πολιτικατζήδες, όλων των εποχών,  που την περνάνε οι παραδουλεύτρες και τα ντεκολντε των ΜΜΕ(ξαπάτησης)  των μπετατζήδων ή των “ανεξάρτητων”, “αδέσμευτων”, “μαχητικών”, “ανεξάρτητων” στην κοινή γνώμη που ανακατεύθηκε σε μία περιπέτεια τις διαστάσεις της οποίας ούτε είχε προβλέψει, ούτε μπορεί να κατανοήσει. Με παλιές δοκιμασμένες σταλινικές τακτικές που είναι προσφιλείς τόσο απο του ψοφοδεείς της ΝΔ και του αναχωμάτος  Καμμένος, τους ανανεωτικούς ρεπουσικούς της αριστεράς του Κουβέλη, τους κουκουλοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ+μπάζα ΠΑΣΟΚ, το πρακτορείο “οικολόγοι πράσινοι”,  και τους κλασσικούς του ΚΚΕ+Κανέλλη βυσσοδομούν κατά της Χρυσής Αυγής, του νέου, του καινούργιου, του δυνατού που έρχεται. Όταν δεν μπορούν ή δεν θέλουν να απαντήσουν στα δια στόματος της Χρυσής Αυγής ερωτήματα των Ελλήνων φαυλοκρατία, κομματοκρατία  λαθρομεταναστευση, εγληματικότητα, αφελληνισμός ενοχοποιούν τα ίδια τα ερωτήματα και τα δαιμονοποιούν για να αποφύγουν την ουσία του πολιτικού προβλήματος.

Σε τελευταία ανάλυση κατάβάθος όλοι  παρακολουθούμε το ίδιο θεατρικό έργο.. Επιφανειακές αντιζηλίες, ψευδείς διενέξεις φαίνονται να τους χωρίζουν. Όταν όμως πρόκειται για το συνδικάτο των συμφερόντων, που έχει μοιράσει προς ίδιον όφελος όλα τα όργανα της εξουσίας μία ξαφνική ταυτότητα απόψεων τους ενώνει. Σιωπή για τους λαθροδολοφόνους. Σιωπή για τους λαθροληστές. Σιωπή για το δράμα των μεροκαματιάρηδων που το βιος του διαγουμίστικε απο την “Γενια Πολυτεχνείου” ΑΕ.  Εκείνη την στιγμή δεν υπάρχουν μεταξύ τους περισσότερες διαφωνίες από εκείνες που υπάρχουν μεταξύ των ιεροκηρύκων διαφορετικών θρησκειών, όταν φωνάζουν εναντίον των Απίστων και των αθέων. Όλοι ενάντια και κόντρα στην Χρυσή Αυγή. Το νέο φοβίζει. Η Ιερα-εξέταση των ΜΜΕ(ξαπάτησης) έπιασε δουλειά. Το auto da fe των “δημοκρατικών” στήθικε και είναι έτοιμο να κάψει, να απαλλοτριώσει, να διασύρει.

Το ξεβρακωμένο παλιό, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ-ΔΗΜΑΡ- ΚΚΕ και ΣΙΑ, απευθύνεται στο θυμικό και τον φόβο, όχι στην κοινή λογική, Ευνουχίζει θεληματικά την ετερότητα, την ευαισθησία, την ανθρώπινη ανάγκη. Θεωρεί τους Έλληνες ανενεργή ψηφομάζα και επικοινωνεί ανάλογα της στιγμής είτε με εκσπερματώσεις βλακείας ή σπασμούς ανοησίας ενός ασύντακτου λόγου της πενόμενης γλώσσας που καμουφλάρει την αμηχανία της  με αλλεπάλληες στρώσεις στερεοτύπων  και ξερολισμού που σκηνοθετεί τον ελληνικό λαό σαν ηλίθιο. Εύκολες ρητορικές εξάρσεις, ωραίες λέξεις βαλμένες πλάι-πλαί που χαϊδεύουν τα αυτιά και προσπαθούν να κρύψουν τα γυμνά οπίσθια των μεταπολιτευτικών διαγουμιστάδων. Κανένα επιχείρημα για  διαφώτιση, αλλά όλα τα επιχειρήματα προς ψυχική εξέγερση, προς ευκολότερη εξαπάτηση.Tο παλιό με τα γυμνά οπίσθια δεν στηρίζεται σε ορθολογικά επιχείρηματα και ψύχραιμους συλλογισμούς. Γι αυτό φοβάται το νέο. Φοβάται την Χρυσή Αυγή.

Στη Χρυσή Αυγή  βρίσκεται μία εμπειρία του ανθρώπου που του δίνει την δυνατότητα να σπάσει το αλυσοδέσιμο του φόβου, της αναποφασιστηκότητας και της απάθειας, της οδύνης και της αγάπης για την Ελλάδα και να κατακτήσει το αύριο, την ευθύβολη ματιά της ολοκληρωτικής αντικειμενικότητας και μοναδικής αλήθειας: “ για να επιζήσει ένας μεγάλος λαός οφείλει να πιστεύει πως αυτός και μόνο αυτός, είναι προορισμένος να φέρει την σωτηρία στον κόσμο”.  Καταθέτει απόψεις, εμπειρίες, κρίσεις. Χρυσή Αυγή είναι οι Ηρακλείδες για να μας απαλλάξουν απο την κόπρο του Αυγείου του κρατισμού της πελατειακής διεφθαρμένης δημοκρατίας.  Κατεβάινουμε μαζί  μέσα στις σπηλιές της παρακμής με λάμπα θυέλλης. Ότι αποσπάσουμε απο το σκοτάδι θα μας μείνει για πάντα αλησμόνητο. Είμαστε οι καλλίτεροι, αν μη τι άλλο, έχουμε απαλλαγεί απο τις αγγυλώσεις του παρελθόντος και το κυριότερο είμαστε ελευθεροι με πατρική ελευθερία που είναι προνόμιο όλων των καταπιεσμένων. Οι νέοι Προμηθείς που θα ξαναφέρουμε την φωτιά στην Ελλάδα.

Ο λόγος της Χρυσής Αυγής  είναι ειλικρινής δυνατός, ανιδιοτελής. Βγαίνει μέσα από τα βάθη της καρδιάς της. Κτυπά πάνω στις πέτρες και του βράχους που τους πότισαν με αίμα χιλιάδες Έλληνες και γίνεται αχός και βουητό. Λυγίζει του αλύγιστους, τα κατεβάζει τ άστρα. Έφθασε ή ώρα για "πάλεμα για μάτωμα για την καινούργια γέννα". Η μεγάλη αλήθεια του Ελληνισμού κυλάει σαν το γάργαρο νερό να ξεπλύνει το μίασμα "της προδοσίας και της ασκήμιας".Ι δού η τελευταία φράση του Ζαρατούστρα του Νίτσε: "Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρας κ' εγκατέλειψε τη σπηλιά του λάμποντας και δυνατός, σαν ένας πρωινός ήλιος, που έρχεται από σκοτεινά βουνά".  Οι Έλληνες, οι Ελληνίδες τα Ελληνόπουλα  της Χρυσής Αυγής με αυτά τα λόγια ξεκινάν για την μεγάλη τους οδοιπορία. Κατεβαίνουνε στις πόλεις και τα χωριά για να πραγματοποιήσουν το έργο τους. Έλλάδα Εγέρθητι!

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Έχει αλλάξει τίποτα;



Ο Βερναρδάκης εγραψε πριν απο 100 και πλέον χρόνια.....


… Μετά τη μεταπολίτευση του 1843 και την εφαρμογή του συντάγματος τα πράγματα δεν
προχωρούν με γοργότερο ρυθμό. «Σύνταγμα και ελευθερία», παρατηρεί ο Βερναρδάκης, ήταν στηνΕλλάδα σύνθημα κάθε πολιτικής δράσης, χωρίς να γνωρίζουν στην Ελλάδα οι πολιτικοί την ακριβή έννοια των λέξεων αυτών. Κατ αυτούς, «σύνταγμα» ερμηνεύεται ως κατάλυση και αδιάκοπη αναμόχλευση κάθε αρχής και κάθε θεσμού, ώστε ή πολιτική ελευθερία να συμπίπτει με τη θέληση του κάθε ατόμου να λέγει και να πράττει ότι θέλει στην πολιτεία. Υπεύθυνος για όλη αύτη την κατάσταση και για την ανώμαλη πολιτική εξέλιξη του τόπου ήταν ή δοξομανία και ή φιλαρχία του Μαυροκορδάτου, ο όποιος προβάλλει από την αρχή κιόλας της επαναστάσεως, τη μαγική λέξη «σύνταγμα» πού ηλέκτριζε τους λογιότατους, όσοι διάβαζαν στα βιβλία και στις εφημερίδες της Ευρώπης τα θαύματα του θεσμού αυτού, «της πολιτικής ταύτης πανάκειας». Και τότε ο Μαυροκορδάτος δεν γνώριζε για το σύνταγμα περισσότερα από τους μαθητές του. Έτσι εγκαθιδρύθηκε «λόγω μεν πολιτεία συνταγματική, πράγματι δε καθιερώθηκε και στερεώθηκε επί θεμελίων εδραιοτέρων ολιγαρχία φοβερά, ήτοι αυτός ο επί τουρκοκρατίας κοτζαμπασισμός», επιχρισθείς μόνον δια του νωπού εκ της Δύσεως «συνταγματικού ψιμυθίου».

Ο Βερναρδάκης γενικεύοντας την κριτική του καταδικάζει την πλημμυρίδα των αγαθών και των ιδεών πού έρχονται από τη Δύση και έχουν κατακλύσει την Ελλάδα. Έτσι οι Έλληνες φαίνονται σαν να πήδησαν, μ' ένα απότομο άλμα, στη μέση της Δυτ. Ευρώπης του 19ου αιώνα και σα να γύρισαν την πλάτη τους στη ελιτιστική τους παράδοση πού την άφησαν ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη με μια λέξη, την περιφρόνησαν. «Απαρνηθήκαμε τα πάτρια, γράφει, και δανεισθήκαμε ολόκληρο τον βίον ημών εκ της Δύσεως. Και πρώτον μεν απαρνηθήκαμε κατ' ουσία αν όχι και κατά τύπους, το πάτριο θρήσκευμα και λατρεύσαμε την θεότητα της γαλλικής επαναστάσεως την raison. Εάν δε και δεν εξέπνευσε ακόμη όλως παρ' ημίν η εις Χριστό πίστη, ψυχορραγεί όμως. Αφήκαμε τον εθνικό ημών στρατό και δανεισθήκαμε τον τακτικό της Ευρώπης. Αφήκαμε τα πάτρια ήθη και δανεισθήκαμε τα της Δύσης. Αφήκαμε την πάτριο δίαιτα και ενδυμασία και δανεισθήκαμε την των Φράγκων. Αφήκαμε την εθνική ποίηση και φιλολογία, και δανεισθήκαμε τα γαλλικά μυθιστορήματα. Αφήκαμε επί τέλους την πάτριον βασιλεία και δανεισθήκαμε παρά της Αγγλίας το Σύνταγμα. Ιδού λοιπόν από αναγεννήσεως και εφεξής ολόκληρος ο ευρωπαϊκός βίος, εισρεύσας εις ημάς ακωλύτως και δια μιας: Δαψιλής και άφθονος. Ήταν τούτο ορθόν και φρόνιμο; Εγώ μεν διστάζω να ανταποκριθώ μετά βεβαιότητας, άλλ' ή ιστορία μαρτυρεί, ότι όσο ξένος πολιτισμός εισέρευσε βιαίως και αδιακρίτως εις ξένον έθνος, ουδέποτε είχε αγαθά αποτελέσματα την δε αλήθεια ταύτη δεν διέψευσε μέχρι σήμερον ουδ' αυτή ή καθημερινή περί ημάς αυτούς πείρα ....η εις την γαλλική επανάσταση και σύνταγμα πίστις ουδέν άλλο παρήγαγε μέχρι τούδε και άλλο θέλει παραγάγει πάντοτε, ει μη μανιώδεις εραστές της εξουσίας και του κεντρικού" ταμείου.....
.
Και όμως οι ευρωπαϊκοί λαοί και κυρίως οι Άγγλοι οποίων ο εθνικός χαρακτήρας είναι «ο
ανταρκτικός πόλος» ελληνικού, έκαναν αγώνες αιώνων ολοκλήρων, ώσπου να αποκτήσουν τη συνταγματική κυβέρνηση. Έπειτα οι εθνικοί χαρακτήρες των δύο λαών και των χωρών απέχουν πολύ ο ένας από τον άλλον. «Ό Άγγλος είναι σταθερός, ευσεβής, ουδαμώς νεωτεριστής, στέρφων τα παρόντα, βραχύλογος, αθόρυβος ατάραχος, ανεπίδεκτος, δυσερέθιστος, δυσκοινώνητος, δύσπιστος, φιλαλήθης, πραγματικός, πρακτικός, εγκρατής ειρηνικός, μετριοπαθής», ενώ ο Έλληνας είναι «ασταθής, αψίκορος, ασεβής, νεωτεριστής, περιφρονητής του παρόντος άστοργος προς τα καθεστώτα, ομιλητικός, κοινωνικός, ακρόχολος, θορυβώδης, ταραχοποιός, επιδεικτικός, ευερέθιστος, εύκαμπτος, φιλοψευδής, εύπιστος, ευφάνταστος, θεωρητικός αεροβάτης, άκρατης,οξύθυμος, εμπαθής, φθονερός»

Κύριοι υπεύθυνοι για όλα αυτά είναι οι πολιτικοί άνδρες. Είναι αναντίρρητα φιλοπάτριδες,
αλλά τόσο εγωιστές και φίλαρχοι ώστε να μη προσέχουν κανένα, εκτός από τον εαυτό τους
και τους γύρω τους πού τους λιβανίζουν, η φιλοπατρία τους είναι κατώτερη από τις άλλες
αντίστοιχες ιδιότητες τους. Όταν είναι στην αρχή ξεχνούν όσα σκέπτονται για την πατρίδα τους όντας έξω απ' αυτήν (από την αρχή) «και ταύτα πάντα ίνα πληρωθεί και εν τις έσχατες αυτές μέρες το πάλαι ποτέ υπό Έλληνας περί Ελλήνων ρηθέν. «Αρχή άνδρα δείκνυσιν».
Οι πολιτικοί έχουν και τους πράκτορες τους στις επαρχίες, τους κομματάρχες και
κομματαρχίσκους, πού συντηρούν το κύκλωμα, πού είναι πρόθυμοι να κάνουν το παν, ακόμη να συνεργαστούν και με τους ληστές γιο να κερδίσουν τις εκλογές. Οι κομματάρχες στις επαρχίες μένουν ισχυροί παράγοντες, οι παρανομίες κατά τις εκλογές συνεχίζονται, ή βουλευτοκρατία κυριαρχεί, τρομοκρατεί τους υπαλλήλους και διαφθείρει τις συνειδήσεις. Δεν λείπουν από την Ελλάδα οι ικανοί υπάλληλοι, αλλά οι ευσυνείδητοι, οι θαρραλέοι, γιατί θα έχουν ν' αντιμετωπίσουν την οργή των κρατούντων. Το θανατηφόρο νόσημα της χώρας είναι ή ιδιοτέλεια, το προσωπικόσυμφέρον. «Θεράπευσαν το νόσημα τούτο, συμφωνεί μαζί του και ο αγγλόφιλος Νικ. Δραγούμης, απολάκτισαν τις συστάσεις των βουλευτών... και μη δίσταζε ότι θέλει ακμάσει η διοίκηση». Άλλα πώς θα γινόταν αφού όλοι, κυβέρνηση, λαός και διοίκηση δένονταν με το ίδιο πλέγμα;

Και ο τύπος, το γνησιότερο τέκνο της συνταγματικής πολιτικής έχει και αυτός τις μεγάλες του
ευθύνες. Και παρατηρεί ο Βερναρδάκης ή ελευθεροτυπία είναι μέγιστο αγαθό, αλλά και όπλο
φοβερό, κοφτερό και δίστομο μαχαίρι, ανάλογα με ή καλή ή κακή χρησιμοποίηση του. Στον τόπο μας όμως γίνεται επί το πλείστον, κακή χρήση της ελευθεροτυπίας. Και οι Έλληνες είναι ένα έθνος πού κολυμπά σε πέλαγος εφημερίδων πολιτευόμενων και πολιτικών, «έθνος φύσει και θέσει μεν ευφάνταστο, ευαπάτητο, ανατραφέν δε και παιδευθέν μέχρι σήμερον αγυρτικώς και τοιουτοτρόπως, ως να μη δύναται να ζήση άνευ κολακείας, άνευ θυμιάματος, άνευ άνευ τύφου».
Επειδή λέγει, συνεχίζει, γυμνή την αλήθεια δεν είναι παράξενο να τον λιθοβολήσουν, έκτος ανπροτιμήσει γίνει ο ίδιος Τίμων ο μισάνθρωπος και πετώντας πέτρες δεν αφήσει κανένα να τον πλησιάσει.

Οι πολιτικοί με την εισαγωγή του συντάγματος, με τους διορισμούς των «ημετέρων»
δημιούργησαν μια προνομιούχο αριστοκρατία και «αντί της εις συντηρητικούς και προοδευτικούς εύκοσμου και σώφρονος καταστάσεως και διαιρέσεως πολιτικού βίου» μετέβαλαν την Ελλάδα «εις πανδαιμόνιο διχόνοιας και κομματικών παθών» με αρχή και τέλος την αχαλίνωτη και αδιάντροπη ιδιοτέλεια. Και αυτή ή ψευτοαριστοκρατία δεν είναι άλλη παρά οι υπάλληλοι του κράτους από πρωθυπουργό ως τον κλητήρα. Επομένως, το κράτος είναι διαιρεμένο σε δύο τάξεις στους ελευθέρους - και αυτοί είναι οι υπάλληλοι - και στους δούλους και αυτοί είναι όσοι με τον ίδρώτα του προσώπου τους γεμίζουν το ταμείο του κράτους πού αδειάζουν οι άλλοι. Και σε κάθε νέα φάση της σελήνης, δηλαδή σε κάθε νέα εκλογή των αντιπροσώπων του κράτους, εσμοί ολόκλήροι νέων κηφήνων πειναλέων, για τους οποίους δημιουργούνται νέες θέσεις, εισορμούν στη συνταγματική πολιτεία και αφού αυτοί αδειάσουν το ταμείο τους διαδέχονται άλλοι πολύ περισσότεροι περισσότερο πειναλέοι και ούτω καθεξής. Καμιά συνταγματική πολιτεία δεν έχει τόσο πολλούς λειτουργούς, όσους ή ελληνική.

Και όλ' αυτά, γιατί οι πολιτικοί (εννοεί βέβαια κα διπλωμάτες) είναι ανιστόρητοι, ενώ κατά την κοινή γνώμη του κόσμου νομοθέτης ή πολιτικός ανιστόρητος είναι «τέρας ανύπαρκτον»,
στρατιώτης χωρίς όπλα, πλοίαρχος χωρίς πυξίδα, πεζοπόρος χωρίς μάτια. Στην Ελλάδα οι
ιστορικές γνώσεις πολιτικών, και αυτών ακόμη «των ειδημονεστέρων» περιορίζονται στα τρόπαια της Σαλαμίνας, του Μαραθώνα και των Πλαταιών, όσα διδάχτηκαν στο σχολείο, αν τα διδάχτηκαν.
Αρκεί γι' αυτούς «μόνη και μονωτάτη η οπλοθήκη της νομικής» ανοίγει ευρύ στάδιο από το ένα μέρος για τη θεωρία για τη σοφιστεία, πού είναι και αυτή ουσιώδης ιδιότητα Ελληνικού πνεύματος και χαρίζει στους Έλληνες πολύ περισσότερα θέλγητρα από την ιστορία.
Ο Βερναρδάκης, καθηγητής πανεπιστημίου ο ίδιος, καταφέρεται και εναντίον της ανώτατης
παιδείας πού την έπλασε ή συνταγματική αυτή πολιτεία και κοινωνία, εναντίον της Ριζαρίου σχολήςπού δεν εκπληρώνει τους σκοπούς του ευεργέτη, εναντίον της Σχολής των Ευελπίδων πού βγάζεικινηματίες «είναι πασίγνωστο, σημειώνει, πώς και ποιοι εισάγονται εις την στρατιωτική σχολή, πώςκαι ποιοι διορίζονται αξιωματικοί πώς και ποιοι προβιβάζονται».

Εναντίον του πανεπιστημίου που δεν μπόρεσε να φθάσει στο ύψος των ευρωπαϊκών, κυρίως των γερμανικών, μολονότι ο οργανισμός τους μεταφυτεύθηκε «αυτός αυτότατος» στην Ελλάδα. Και γιατί αυτό; Γιατί «όπως ή σχολή των Ευελπίδων, όπως τόσα άλλα καθιδρύματα, τόσοι άλλοι θεσμοί, ει και καθ' εαυτούς χρήσιμοι και αναγκαίοι, διεστράφησαν όμως εις τας χείρας ημών και εκφαυλίσθησαν, ούτω και το Πανεπιστήμιο από καθιδρύματος χρησίμου και εθνωφελώς κατάντησε και αυτό μία εκ των πέντε δέκα μεγάλων πληγών του πολιτικού ημών σώματος. Προ πολλών ήδη ετών το Πανεπιστήμιον δεν κάμνει τίποτε άλλο, κυρίως ειπείν, ει μη να αραιώνει τις τάξεις των παραγωγικών μελισσών, και να συμπυκνώνει τις τάξεις των αργών και εθνοβόρων κηφήνων, των λειτουργών του συντάγματος. Μεράκια αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τις γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς της ανατροφής, και κοινωνικώς δε πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν ως επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους εξ ων απολύονται συνήθως δι' απειλών και ύβρεων εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον 'με τα τσαρούχια' το δη λεγόμενο, όπου φυσιούνται και εξάπτονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτουν εις την σπουδή και μελέτη της επιστήμης,
μεταβάλουν το ανώτατο εκπαιδευτήριο εις κονίστρα άμουσο και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών. Η πολιτική δε και κοινωνική παραλυσία έφθασε εις βαθμό τέτοιο, ώστε οι μεν καθηγητές κολακεύουν τους φοιτητές, οι πολιτικοί τους συνδαυλίζουν, οι δημοσιογράφοι τους εξυμνούν, η εξουσία τους τρέμει, και τα μειράκια πανίσχυρα και παντοδύναμα ούτω γινόμενα, εξανίστανται κατά πάσης αρχή τέλους στρέφουν τα κανόνια των και κατ' αυτής της κυβερνήσεως και κατ' αυτού του θρόνου».

Με μερικές από τις γνώμες αυτές συμφωνεί και ο ανώνυμος συγγραφέας της «Στρατιωτικής
ζωής εν Ελλάδι», ο οποίος γράφει ότι από τους τελειοφοίτους των γυμνασίων λίγοι φοιτούν στο πανεπιστήμιο, ενώ οι άλλοι ζώντας μέσα στη «δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα της αηδούς πολιτικής» στρέφονται προς τη θεσιθηρία, προς τα πολιτικά κόμματα και συχνάζουν στα γραφεία των υπουργών και έπαρχων.

Άλλα και τη στρατιωτική οργάνωση της χώρας ειρωνεύεται, ενώ ο Ψυχάρης στο «Ταξίδι» του εκφράζεται με ενθουσιασμό για τον στρατό και τους αξιωματικούς και δεν πιστεύει ότι στην Ευρώπη μπορεί να βρει κανείς καλύτερους. Μιλεί ο «αλύτρωτος», πού στον στρατό βλέπει το όργανο της μελλοντικής «αποκαταστάσεως» του έθνους.
Ό Βερναρδάκης εκτείνει τη δριμύτατη κριτική του όλους γενικά τους Έλληνες πού τους
θεωρεί υπεύθυνους για την ανώμαλη πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τόπου: «Αλλά τι να ειπεί τις, προς θεού, δια τους άλλους ανθρώπους, τους υπαλλήλους, τους υπουργούς, τους βουλευτές, τους δημοσιογράφους όλους σχεδόν τους Έλληνας, οίτινες χαίρουμε και αγαλόμεθα και σκιρτάμε όχι όταν ή ελληνική πολιτεία βαδίζει εν ειρήνη εύτακτος και σωφρονούσα, και «έκαστος πράττει τα εαυτού» Όχι όταν ισχύει η αρχή, άλλ' όταν μαίνεται ή αναρχία εις το πανεπιστήμιο , εις τη βουλή, εις τον τόπο απανταχού; Νομίζει ότι ο Θεός μας έπλασε δι' ένα και μόνον σκοπό, να αντιμαχόμεθα, να πολεμάμε και να κατεδαφίζουμε πάσα ανεξαιρέτως αρχήν, είτε καλή είτε κακήν. Πας όστις αντισταθεί εις την αρχήν δι' οιουδήποτε τρόπου, εμμέσως ή αμέσως, δια λόγου ή έργου, από του βουλευτικού βήματος ή από του τύπου, ανεξάρτητος, φιλελεύθερος, συνταγματικός, Έλληνας κατά δε τις περιστάσεις και ήρωας ή μάρτυς! Πας δε τουναντίον, ο οποίος υποτάσσεται εις την αρχήν ταύτη, δηλ. εις τον νόμο, ή προσπαθεί να στήριξη την αρχήνταύτη, είναι πουλημένο κρέας»!
Υστερα από όλα αυτά δεν είναι ν' απορεί κανείς, αν οι «διαιρεμένοι Έλληνες και αιωνίως
διαιρούμενοι και αναδιαιρούμενοι έμειναν με σύνορα ως την Όθρη, ενώ οι Ιταλοί, αν και είχαν πολλές διχόνοιες και διαιρέσεις, κατόρθωσαν να ενωθούν και να γίνουν ένα μεγάλο κράτος, οι Ιταλοί πού μιλώντας για τους Έλληνες έχουν την παροιμιακή έκφραση «cinque Greci, dieci commandi, » (5 Έλληνες, 10 αρχηγίες). Και καταλήγει ο Βερναρδάκης στο συμπέρασμα, πού καιάλλοι είχαν διατυπώσει, ανάμεσα τους και ο Άγγλος ιστορικός G. Finlay: «η κατάρα του ελληνικού έθνους είναι ο φθόνος, και ή εξ αυτού διχόνοια».

Και τελειώνει «Ό φθόνος και η ιδιοτέλεια καθιστά ημάς εχθρούς άσπονδους πάσης αρχής,
πάσης υπεροχής, πάσης τάξεως και παντός καθεστώτος, και εξωθεί ημάς εις πόλεμο αδιάκοπο
κατά πάσης αρχής. Υπό του φοβερού δε και ακαταμάχητου τούτου δαίμονος ελευνόμενοι,
προτιμάμε μάλλον να πέσει εκ της αρχής ο άρχων, ο κινών τον ημέτερο φθόνο, παρά να σωθεί μεν και δοξαστεί και μεγαλυνθεί η πατρίς δι' αυτού ή και απλώς έπ' αυτού».
Διαπιστώνει ότι οι Έλληνες έχουν αμβλεία την αίσθηση της ηθικής δεοντολογίας και ότι
συγχέουν την ηθική και πολιτική. Äστερ' από τον αγώνα του 21 μη έχοντας να επιδείξουν τίποτε άλλο, έκτος από πολιτική εξαχρείωση και ακαταστασία προσπαθούν να δικαιολογηθούν αναζητώντας παρόμοια παραδείγματα από την ιστορία των άλλων πολιτισμένων ξεχνώντας ότι τα παραδείγματα εκείνα σπάνια τα βρίσκουμε εδώ και εκεί κι' αυτά «τη χερί» και όχι «τω θυλάκω», και ότι είναι φαινόμενα παθολογικά ενός υγιούς οργανισμού, πυρετός που έρχεται και περνά, όπως κάθε κρίση. Ποιος όμως δυνατόν να φανεί επιεικής προς πολιτικό σώμα, πού ή πολιτική του κραιπάλη και ακολασία είναι αντιστρόφως προς το ανάστημα του; Και σαρκαστικά μιλεί για τους πανηγυρικούς που συνηθίζουν να βγάζουν στον τόπο μας - βέβαια και να δημοσιεύουν όχι μόνο για κοινούς και ασήμαντους ανθρώπους, άλλο για «εξώλεις και προώλης», όπως άλλωστε τους θεωρούσαν τον καιρό πού ζούσαν. Ό «θανών δεδικαίωται» επικρατεί. Και έτσι πυκνά ακούει κανείς ότι ο ένας έσωσε το έθνος με το σπαθί, ο άλλος με την πολιτική του σύνεση, ο άλλος με την υπουργία του, ο παρέκει με την εφημερίδα του, ο παρακάτω με την πολυετή δημόσια υπηρεσία του και όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως με την φιλοπατρία τους. «Καθόλου δε ειπείν εν Αθήναις ουδείς: συνέβη ν' αποθάνει ο ολετήρ του έθνους. ολοι σωτήρες! Πόσον μακάριος μα την αλήθεια και αδάπανος ο νεοελληνικός αυτός θάνατος! Εις την Αθήνα ζεις, είναι αληθές άθλιος και υβριζόμενος δι' όλου του βίου σου, αλλά τουλάχιστον, αδελφέ, θνήσκεις
ανευφημούμενος και μακαριζόμενος υπό πάντων ταύτα χωρίς να αναγκασθείς πρότερο να σύρειςτην άμαξα της μητρός σου, όπως ο Κλέοβις και Βίτων».

Όσο και αν υπερβάλλει ο Βερναρδάκης, λέγει και μερικές καυτερές αλήθειες πού ισχύουν
ακόμη και σήμερα και θα ισχύουν ίσως για μερικές δεκάδες χρόνια, αν όχι για εκατοντάδες.


Βλέπετε καμμία διαφορά απο το τότε με το σήμερα;

Έχει αλλάξει τίποτα;



Ο Βερναρδάκης εγραψε πριν απο 100 και πλέον χρόνια.....


… Μετά τη μεταπολίτευση του 1843 και την εφαρμογή του συντάγματος τα πράγματα δεν
προχωρούν με γοργότερο ρυθμό. «Σύνταγμα και ελευθερία», παρατηρεί ο Βερναρδάκης, ήταν στηνΕλλάδα σύνθημα κάθε πολιτικής δράσης, χωρίς να γνωρίζουν στην Ελλάδα οι πολιτικοί την ακριβή έννοια των λέξεων αυτών. Κατ αυτούς, «σύνταγμα» ερμηνεύεται ως κατάλυση και αδιάκοπη αναμόχλευση κάθε αρχής και κάθε θεσμού, ώστε ή πολιτική ελευθερία να συμπίπτει με τη θέληση του κάθε ατόμου να λέγει και να πράττει ότι θέλει στην πολιτεία. Υπεύθυνος για όλη αύτη την κατάσταση και για την ανώμαλη πολιτική εξέλιξη του τόπου ήταν ή δοξομανία και ή φιλαρχία του Μαυροκορδάτου, ο όποιος προβάλλει από την αρχή κιόλας της επαναστάσεως, τη μαγική λέξη «σύνταγμα» πού ηλέκτριζε τους λογιότατους, όσοι διάβαζαν στα βιβλία και στις εφημερίδες της Ευρώπης τα θαύματα του θεσμού αυτού, «της πολιτικής ταύτης πανάκειας». Και τότε ο Μαυροκορδάτος δεν γνώριζε για το σύνταγμα περισσότερα από τους μαθητές του. Έτσι εγκαθιδρύθηκε «λόγω μεν πολιτεία συνταγματική, πράγματι δε καθιερώθηκε και στερεώθηκε επί θεμελίων εδραιοτέρων ολιγαρχία φοβερά, ήτοι αυτός ο επί τουρκοκρατίας κοτζαμπασισμός», επιχρισθείς μόνον δια του νωπού εκ της Δύσεως «συνταγματικού ψιμυθίου».

Ο Βερναρδάκης γενικεύοντας την κριτική του καταδικάζει την πλημμυρίδα των αγαθών και των ιδεών πού έρχονται από τη Δύση και έχουν κατακλύσει την Ελλάδα. Έτσι οι Έλληνες φαίνονται σαν να πήδησαν, μ' ένα απότομο άλμα, στη μέση της Δυτ. Ευρώπης του 19ου αιώνα και σα να γύρισαν την πλάτη τους στη ελιτιστική τους παράδοση πού την άφησαν ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη με μια λέξη, την περιφρόνησαν. «Απαρνηθήκαμε τα πάτρια, γράφει, και δανεισθήκαμε ολόκληρο τον βίον ημών εκ της Δύσεως. Και πρώτον μεν απαρνηθήκαμε κατ' ουσία αν όχι και κατά τύπους, το πάτριο θρήσκευμα και λατρεύσαμε την θεότητα της γαλλικής επαναστάσεως την raison. Εάν δε και δεν εξέπνευσε ακόμη όλως παρ' ημίν η εις Χριστό πίστη, ψυχορραγεί όμως. Αφήκαμε τον εθνικό ημών στρατό και δανεισθήκαμε τον τακτικό της Ευρώπης. Αφήκαμε τα πάτρια ήθη και δανεισθήκαμε τα της Δύσης. Αφήκαμε την πάτριο δίαιτα και ενδυμασία και δανεισθήκαμε την των Φράγκων. Αφήκαμε την εθνική ποίηση και φιλολογία, και δανεισθήκαμε τα γαλλικά μυθιστορήματα. Αφήκαμε επί τέλους την πάτριον βασιλεία και δανεισθήκαμε παρά της Αγγλίας το Σύνταγμα. Ιδού λοιπόν από αναγεννήσεως και εφεξής ολόκληρος ο ευρωπαϊκός βίος, εισρεύσας εις ημάς ακωλύτως και δια μιας: Δαψιλής και άφθονος. Ήταν τούτο ορθόν και φρόνιμο; Εγώ μεν διστάζω να ανταποκριθώ μετά βεβαιότητας, άλλ' ή ιστορία μαρτυρεί, ότι όσο ξένος πολιτισμός εισέρευσε βιαίως και αδιακρίτως εις ξένον έθνος, ουδέποτε είχε αγαθά αποτελέσματα την δε αλήθεια ταύτη δεν διέψευσε μέχρι σήμερον ουδ' αυτή ή καθημερινή περί ημάς αυτούς πείρα ....η εις την γαλλική επανάσταση και σύνταγμα πίστις ουδέν άλλο παρήγαγε μέχρι τούδε και άλλο θέλει παραγάγει πάντοτε, ει μη μανιώδεις εραστές της εξουσίας και του κεντρικού" ταμείου.....
.
Και όμως οι ευρωπαϊκοί λαοί και κυρίως οι Άγγλοι οποίων ο εθνικός χαρακτήρας είναι «ο
ανταρκτικός πόλος» ελληνικού, έκαναν αγώνες αιώνων ολοκλήρων, ώσπου να αποκτήσουν τη συνταγματική κυβέρνηση. Έπειτα οι εθνικοί χαρακτήρες των δύο λαών και των χωρών απέχουν πολύ ο ένας από τον άλλον. «Ό Άγγλος είναι σταθερός, ευσεβής, ουδαμώς νεωτεριστής, στέρφων τα παρόντα, βραχύλογος, αθόρυβος ατάραχος, ανεπίδεκτος, δυσερέθιστος, δυσκοινώνητος, δύσπιστος, φιλαλήθης, πραγματικός, πρακτικός, εγκρατής ειρηνικός, μετριοπαθής», ενώ ο Έλληνας είναι «ασταθής, αψίκορος, ασεβής, νεωτεριστής, περιφρονητής του παρόντος άστοργος προς τα καθεστώτα, ομιλητικός, κοινωνικός, ακρόχολος, θορυβώδης, ταραχοποιός, επιδεικτικός, ευερέθιστος, εύκαμπτος, φιλοψευδής, εύπιστος, ευφάνταστος, θεωρητικός αεροβάτης, άκρατης,οξύθυμος, εμπαθής, φθονερός»

Κύριοι υπεύθυνοι για όλα αυτά είναι οι πολιτικοί άνδρες. Είναι αναντίρρητα φιλοπάτριδες,
αλλά τόσο εγωιστές και φίλαρχοι ώστε να μη προσέχουν κανένα, εκτός από τον εαυτό τους
και τους γύρω τους πού τους λιβανίζουν, η φιλοπατρία τους είναι κατώτερη από τις άλλες
αντίστοιχες ιδιότητες τους. Όταν είναι στην αρχή ξεχνούν όσα σκέπτονται για την πατρίδα τους όντας έξω απ' αυτήν (από την αρχή) «και ταύτα πάντα ίνα πληρωθεί και εν τις έσχατες αυτές μέρες το πάλαι ποτέ υπό Έλληνας περί Ελλήνων ρηθέν. «Αρχή άνδρα δείκνυσιν».
Οι πολιτικοί έχουν και τους πράκτορες τους στις επαρχίες, τους κομματάρχες και
κομματαρχίσκους, πού συντηρούν το κύκλωμα, πού είναι πρόθυμοι να κάνουν το παν, ακόμη να συνεργαστούν και με τους ληστές γιο να κερδίσουν τις εκλογές. Οι κομματάρχες στις επαρχίες μένουν ισχυροί παράγοντες, οι παρανομίες κατά τις εκλογές συνεχίζονται, ή βουλευτοκρατία κυριαρχεί, τρομοκρατεί τους υπαλλήλους και διαφθείρει τις συνειδήσεις. Δεν λείπουν από την Ελλάδα οι ικανοί υπάλληλοι, αλλά οι ευσυνείδητοι, οι θαρραλέοι, γιατί θα έχουν ν' αντιμετωπίσουν την οργή των κρατούντων. Το θανατηφόρο νόσημα της χώρας είναι ή ιδιοτέλεια, το προσωπικόσυμφέρον. «Θεράπευσαν το νόσημα τούτο, συμφωνεί μαζί του και ο αγγλόφιλος Νικ. Δραγούμης, απολάκτισαν τις συστάσεις των βουλευτών... και μη δίσταζε ότι θέλει ακμάσει η διοίκηση». Άλλα πώς θα γινόταν αφού όλοι, κυβέρνηση, λαός και διοίκηση δένονταν με το ίδιο πλέγμα;

Και ο τύπος, το γνησιότερο τέκνο της συνταγματικής πολιτικής έχει και αυτός τις μεγάλες του
ευθύνες. Και παρατηρεί ο Βερναρδάκης ή ελευθεροτυπία είναι μέγιστο αγαθό, αλλά και όπλο
φοβερό, κοφτερό και δίστομο μαχαίρι, ανάλογα με ή καλή ή κακή χρησιμοποίηση του. Στον τόπο μας όμως γίνεται επί το πλείστον, κακή χρήση της ελευθεροτυπίας. Και οι Έλληνες είναι ένα έθνος πού κολυμπά σε πέλαγος εφημερίδων πολιτευόμενων και πολιτικών, «έθνος φύσει και θέσει μεν ευφάνταστο, ευαπάτητο, ανατραφέν δε και παιδευθέν μέχρι σήμερον αγυρτικώς και τοιουτοτρόπως, ως να μη δύναται να ζήση άνευ κολακείας, άνευ θυμιάματος, άνευ άνευ τύφου».
Επειδή λέγει, συνεχίζει, γυμνή την αλήθεια δεν είναι παράξενο να τον λιθοβολήσουν, έκτος ανπροτιμήσει γίνει ο ίδιος Τίμων ο μισάνθρωπος και πετώντας πέτρες δεν αφήσει κανένα να τον πλησιάσει.

Οι πολιτικοί με την εισαγωγή του συντάγματος, με τους διορισμούς των «ημετέρων»
δημιούργησαν μια προνομιούχο αριστοκρατία και «αντί της εις συντηρητικούς και προοδευτικούς εύκοσμου και σώφρονος καταστάσεως και διαιρέσεως πολιτικού βίου» μετέβαλαν την Ελλάδα «εις πανδαιμόνιο διχόνοιας και κομματικών παθών» με αρχή και τέλος την αχαλίνωτη και αδιάντροπη ιδιοτέλεια. Και αυτή ή ψευτοαριστοκρατία δεν είναι άλλη παρά οι υπάλληλοι του κράτους από πρωθυπουργό ως τον κλητήρα. Επομένως, το κράτος είναι διαιρεμένο σε δύο τάξεις στους ελευθέρους - και αυτοί είναι οι υπάλληλοι - και στους δούλους και αυτοί είναι όσοι με τον ίδρώτα του προσώπου τους γεμίζουν το ταμείο του κράτους πού αδειάζουν οι άλλοι. Και σε κάθε νέα φάση της σελήνης, δηλαδή σε κάθε νέα εκλογή των αντιπροσώπων του κράτους, εσμοί ολόκλήροι νέων κηφήνων πειναλέων, για τους οποίους δημιουργούνται νέες θέσεις, εισορμούν στη συνταγματική πολιτεία και αφού αυτοί αδειάσουν το ταμείο τους διαδέχονται άλλοι πολύ περισσότεροι περισσότερο πειναλέοι και ούτω καθεξής. Καμιά συνταγματική πολιτεία δεν έχει τόσο πολλούς λειτουργούς, όσους ή ελληνική.

Και όλ' αυτά, γιατί οι πολιτικοί (εννοεί βέβαια κα διπλωμάτες) είναι ανιστόρητοι, ενώ κατά την κοινή γνώμη του κόσμου νομοθέτης ή πολιτικός ανιστόρητος είναι «τέρας ανύπαρκτον»,
στρατιώτης χωρίς όπλα, πλοίαρχος χωρίς πυξίδα, πεζοπόρος χωρίς μάτια. Στην Ελλάδα οι
ιστορικές γνώσεις πολιτικών, και αυτών ακόμη «των ειδημονεστέρων» περιορίζονται στα τρόπαια της Σαλαμίνας, του Μαραθώνα και των Πλαταιών, όσα διδάχτηκαν στο σχολείο, αν τα διδάχτηκαν.
Αρκεί γι' αυτούς «μόνη και μονωτάτη η οπλοθήκη της νομικής» ανοίγει ευρύ στάδιο από το ένα μέρος για τη θεωρία για τη σοφιστεία, πού είναι και αυτή ουσιώδης ιδιότητα Ελληνικού πνεύματος και χαρίζει στους Έλληνες πολύ περισσότερα θέλγητρα από την ιστορία.
Ο Βερναρδάκης, καθηγητής πανεπιστημίου ο ίδιος, καταφέρεται και εναντίον της ανώτατης
παιδείας πού την έπλασε ή συνταγματική αυτή πολιτεία και κοινωνία, εναντίον της Ριζαρίου σχολήςπού δεν εκπληρώνει τους σκοπούς του ευεργέτη, εναντίον της Σχολής των Ευελπίδων πού βγάζεικινηματίες «είναι πασίγνωστο, σημειώνει, πώς και ποιοι εισάγονται εις την στρατιωτική σχολή, πώςκαι ποιοι διορίζονται αξιωματικοί πώς και ποιοι προβιβάζονται».

Εναντίον του πανεπιστημίου που δεν μπόρεσε να φθάσει στο ύψος των ευρωπαϊκών, κυρίως των γερμανικών, μολονότι ο οργανισμός τους μεταφυτεύθηκε «αυτός αυτότατος» στην Ελλάδα. Και γιατί αυτό; Γιατί «όπως ή σχολή των Ευελπίδων, όπως τόσα άλλα καθιδρύματα, τόσοι άλλοι θεσμοί, ει και καθ' εαυτούς χρήσιμοι και αναγκαίοι, διεστράφησαν όμως εις τας χείρας ημών και εκφαυλίσθησαν, ούτω και το Πανεπιστήμιο από καθιδρύματος χρησίμου και εθνωφελώς κατάντησε και αυτό μία εκ των πέντε δέκα μεγάλων πληγών του πολιτικού ημών σώματος. Προ πολλών ήδη ετών το Πανεπιστήμιον δεν κάμνει τίποτε άλλο, κυρίως ειπείν, ει μη να αραιώνει τις τάξεις των παραγωγικών μελισσών, και να συμπυκνώνει τις τάξεις των αργών και εθνοβόρων κηφήνων, των λειτουργών του συντάγματος. Μεράκια αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τις γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς της ανατροφής, και κοινωνικώς δε πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν ως επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους εξ ων απολύονται συνήθως δι' απειλών και ύβρεων εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον 'με τα τσαρούχια' το δη λεγόμενο, όπου φυσιούνται και εξάπτονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτουν εις την σπουδή και μελέτη της επιστήμης,
μεταβάλουν το ανώτατο εκπαιδευτήριο εις κονίστρα άμουσο και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών. Η πολιτική δε και κοινωνική παραλυσία έφθασε εις βαθμό τέτοιο, ώστε οι μεν καθηγητές κολακεύουν τους φοιτητές, οι πολιτικοί τους συνδαυλίζουν, οι δημοσιογράφοι τους εξυμνούν, η εξουσία τους τρέμει, και τα μειράκια πανίσχυρα και παντοδύναμα ούτω γινόμενα, εξανίστανται κατά πάσης αρχή τέλους στρέφουν τα κανόνια των και κατ' αυτής της κυβερνήσεως και κατ' αυτού του θρόνου».

Με μερικές από τις γνώμες αυτές συμφωνεί και ο ανώνυμος συγγραφέας της «Στρατιωτικής
ζωής εν Ελλάδι», ο οποίος γράφει ότι από τους τελειοφοίτους των γυμνασίων λίγοι φοιτούν στο πανεπιστήμιο, ενώ οι άλλοι ζώντας μέσα στη «δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα της αηδούς πολιτικής» στρέφονται προς τη θεσιθηρία, προς τα πολιτικά κόμματα και συχνάζουν στα γραφεία των υπουργών και έπαρχων.

Άλλα και τη στρατιωτική οργάνωση της χώρας ειρωνεύεται, ενώ ο Ψυχάρης στο «Ταξίδι» του εκφράζεται με ενθουσιασμό για τον στρατό και τους αξιωματικούς και δεν πιστεύει ότι στην Ευρώπη μπορεί να βρει κανείς καλύτερους. Μιλεί ο «αλύτρωτος», πού στον στρατό βλέπει το όργανο της μελλοντικής «αποκαταστάσεως» του έθνους.
Ό Βερναρδάκης εκτείνει τη δριμύτατη κριτική του όλους γενικά τους Έλληνες πού τους
θεωρεί υπεύθυνους για την ανώμαλη πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τόπου: «Αλλά τι να ειπεί τις, προς θεού, δια τους άλλους ανθρώπους, τους υπαλλήλους, τους υπουργούς, τους βουλευτές, τους δημοσιογράφους όλους σχεδόν τους Έλληνας, οίτινες χαίρουμε και αγαλόμεθα και σκιρτάμε όχι όταν ή ελληνική πολιτεία βαδίζει εν ειρήνη εύτακτος και σωφρονούσα, και «έκαστος πράττει τα εαυτού» Όχι όταν ισχύει η αρχή, άλλ' όταν μαίνεται ή αναρχία εις το πανεπιστήμιο , εις τη βουλή, εις τον τόπο απανταχού; Νομίζει ότι ο Θεός μας έπλασε δι' ένα και μόνον σκοπό, να αντιμαχόμεθα, να πολεμάμε και να κατεδαφίζουμε πάσα ανεξαιρέτως αρχήν, είτε καλή είτε κακήν. Πας όστις αντισταθεί εις την αρχήν δι' οιουδήποτε τρόπου, εμμέσως ή αμέσως, δια λόγου ή έργου, από του βουλευτικού βήματος ή από του τύπου, ανεξάρτητος, φιλελεύθερος, συνταγματικός, Έλληνας κατά δε τις περιστάσεις και ήρωας ή μάρτυς! Πας δε τουναντίον, ο οποίος υποτάσσεται εις την αρχήν ταύτη, δηλ. εις τον νόμο, ή προσπαθεί να στήριξη την αρχήνταύτη, είναι πουλημένο κρέας»!
Υστερα από όλα αυτά δεν είναι ν' απορεί κανείς, αν οι «διαιρεμένοι Έλληνες και αιωνίως
διαιρούμενοι και αναδιαιρούμενοι έμειναν με σύνορα ως την Όθρη, ενώ οι Ιταλοί, αν και είχαν πολλές διχόνοιες και διαιρέσεις, κατόρθωσαν να ενωθούν και να γίνουν ένα μεγάλο κράτος, οι Ιταλοί πού μιλώντας για τους Έλληνες έχουν την παροιμιακή έκφραση «cinque Greci, dieci commandi, » (5 Έλληνες, 10 αρχηγίες). Και καταλήγει ο Βερναρδάκης στο συμπέρασμα, πού καιάλλοι είχαν διατυπώσει, ανάμεσα τους και ο Άγγλος ιστορικός G. Finlay: «η κατάρα του ελληνικού έθνους είναι ο φθόνος, και ή εξ αυτού διχόνοια».

Και τελειώνει «Ό φθόνος και η ιδιοτέλεια καθιστά ημάς εχθρούς άσπονδους πάσης αρχής,
πάσης υπεροχής, πάσης τάξεως και παντός καθεστώτος, και εξωθεί ημάς εις πόλεμο αδιάκοπο
κατά πάσης αρχής. Υπό του φοβερού δε και ακαταμάχητου τούτου δαίμονος ελευνόμενοι,
προτιμάμε μάλλον να πέσει εκ της αρχής ο άρχων, ο κινών τον ημέτερο φθόνο, παρά να σωθεί μεν και δοξαστεί και μεγαλυνθεί η πατρίς δι' αυτού ή και απλώς έπ' αυτού».
Διαπιστώνει ότι οι Έλληνες έχουν αμβλεία την αίσθηση της ηθικής δεοντολογίας και ότι
συγχέουν την ηθική και πολιτική. Äστερ' από τον αγώνα του 21 μη έχοντας να επιδείξουν τίποτε άλλο, έκτος από πολιτική εξαχρείωση και ακαταστασία προσπαθούν να δικαιολογηθούν αναζητώντας παρόμοια παραδείγματα από την ιστορία των άλλων πολιτισμένων ξεχνώντας ότι τα παραδείγματα εκείνα σπάνια τα βρίσκουμε εδώ και εκεί κι' αυτά «τη χερί» και όχι «τω θυλάκω», και ότι είναι φαινόμενα παθολογικά ενός υγιούς οργανισμού, πυρετός που έρχεται και περνά, όπως κάθε κρίση. Ποιος όμως δυνατόν να φανεί επιεικής προς πολιτικό σώμα, πού ή πολιτική του κραιπάλη και ακολασία είναι αντιστρόφως προς το ανάστημα του; Και σαρκαστικά μιλεί για τους πανηγυρικούς που συνηθίζουν να βγάζουν στον τόπο μας - βέβαια και να δημοσιεύουν όχι μόνο για κοινούς και ασήμαντους ανθρώπους, άλλο για «εξώλεις και προώλης», όπως άλλωστε τους θεωρούσαν τον καιρό πού ζούσαν. Ό «θανών δεδικαίωται» επικρατεί. Και έτσι πυκνά ακούει κανείς ότι ο ένας έσωσε το έθνος με το σπαθί, ο άλλος με την πολιτική του σύνεση, ο άλλος με την υπουργία του, ο παρέκει με την εφημερίδα του, ο παρακάτω με την πολυετή δημόσια υπηρεσία του και όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως με την φιλοπατρία τους. «Καθόλου δε ειπείν εν Αθήναις ουδείς: συνέβη ν' αποθάνει ο ολετήρ του έθνους. ×λοι σωτήρες! Πόσον μακάριος μα την αλήθεια και αδάπανος ο νεοελληνικός αυτός θάνατος! Εις την Αθήνα ζεις, είναι αληθές άθλιος και υβριζόμενος δι' όλου του βίου σου, αλλά τουλάχιστον, αδελφέ, θνήσκεις
ανευφημούμενος και μακαριζόμενος υπό πάντων ταύτα χωρίς να αναγκασθείς πρότερο να σύρειςτην άμαξα της μητρός σου, όπως ο Κλέοβις και Βίτων».

Όσο και αν υπερβάλλει ο Βερναρδάκης, λέγει και μερικές καυτερές αλήθειες πού ισχύουν
ακόμη και σήμερα και θα ισχύουν ίσως για μερικές δεκάδες χρόνια, αν όχι για εκατοντάδες.


Βλέπετε καμμία διαφορά απο το τότε με το σήμερα;

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Ρεπούση, η δημοκρατία δεν είναι καλσόν..


“βαθιά αντιδημοκρατική συμπεριφορά” χαρακτήρισε η Ρεπούση την κινηματική παρουσία των Ελλήνων που την αποδοκίμασαν κατά την παρουσίαση κάποιου βιβλίου της στα Χανιά (1/11/2012) για να συμπληρώσει ότι:
“ο καθένας έχει τις δικές του απόψεις, που πρέπει  να μπορούν ελεύθερα να ακούγονται...” Τι μας λες κυρά μου; Τώρα τα θυμήθηκες αυτά τα βαθιά και περισπούδαστα. Να σου θυμίσουμε τον "συνωστισμό";  Όποιος τόλμαγε να εκφράσει αντίθεση στο "Ρεπούσειον Άγος" έπεφτε θύμα του πλέον βάρβαρου διασυρμού. Ένας οργανωμένος, με τις πλάτες γερά καλυμμένες, εσμός από βαστάζους σου με πάθος μιγάδα σημαδεμένου από διάφορα συμπλέγματα  βυσσοδομούσε ασύστολα κατά όποιου διαφωνούσε με τις επιδοτούμενες αρλουμπολογίες σου. Τότε όλοι όσοι διαφωνούσαν ήταν βοσκοί, κηπουροί, νοικοκυρές με πολύ θυμικό. Κάποιος ρέκτης πανεπιστημιακός, ούτε λίγο ούτε πολύ, με ιταμότητα και θράσος, χαρακτηριστικά της αριστερόστροφης σάχλας, είπε ότι όποιος είναι αντίθετος μα το βιβλίο σου είναι ...φασίστας! Μία καθηγήτρια  σε μία εκπομπή  εκφράστηκε εναντίον του βιβλίου σου και την επομένη την κυνηγούσαν στο Πανεπιστήμιο σαν αγρίμι. Δεν σε θυμόμαστε να έβγαλες άχνα, έστω μία λέξη συμπαθείας. Κυρά μου η δημοκρατία δεν είναι καλσόν να το αγοράζεις σε ότι χρώμα θέλεις, να το φοράς όπως θέλεις και να το βγάζεις όποτε γουστάρεις. Άσε τα σάπια λοιπόν. Η μοίρα σου είναι ήδη προδιαγεγραμμένη. Το επίθετο σου στην συνείδηση των Ελλήνων είναι ένα απλό ουσιαστικό όπως εκείνο του Νορβηγού Κουίσλινγκ. Ρεπούσηδες και ρεπούση θα λέγονται όλοι εκείνοι που ξεπουλάνε τον ελληνισμό,  για να δρέψουν την ξένη δάφνη

Σήκω επάνω...

Το πολιτικό μας κατεστημένο είναι σάπιο! Δεν έχει ούτε τα αναγκαία, τα στοιχειώδη  χαρακτηριστικά για να κυβερνήσει. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, το αυτοαποκαλούμενο “δημοκρατικό τόξο”  είναι δυο αντίπαλα στρατόπεδα που κινητήρια δύναμης τους είναι τα πάθη, το ενάντια και κόντρα, χωρίς θέσεις, χωρίς προτάσεις. Μετατρέψαν την Ελλάδα σε αρένα αυθαιρεσίας και ανομίας στο όνομα της προόδου και της δημοκρατίας που ποτέ δεν πίστεψαν. Η αριστερόστροφη προοδευτικάντζα έγινε η κυριάρχη, μονοπωλιακή ιδεολογία, ο κώδικας για τους λαμόγιους, τους μιζαδόρους, τους κομματικούς εγκάθετους, πνευματικό ναρκωτικό για το Έθνος και τον λαό.

Οι πολιτικατζήδες προνομιούχα παρασιτική τάξη, οι περισσότεροι ανεπάγγελτοι και μιά ζωή κηφήνες, περιορίζονται στα αξιώματα, στις απολαβές, στην λαμογιά και τις μίζες. Κύριο μέλημά τους είναι η διατήρηση της κάστας τους  και συνθηκολογεί σε οποιανδήποτε απαίτηση ή οποιονδήποτε εκβιασμό για να την διατηρήσει. Κοιτάζουν την Ελλάδα με τα μάτια ενός εμπορικού πράκτορα και κατακτητή.

Το πνευματικό κατεστημένο είναι σάπιο. Δεν έχει ούτε τα ελάχιστα χαρακτηριστικά, αναγκαία για να καθοδηγήσει το έθνος των Ελλήνων στην έξοδο από την παρακμή. Δεν ενδιαφέρεται. Είναι ένας πιστός υπάλληλος ξένων κέντρων. Μας βάζει  στο πλυντήριο. Θέλει να μας «πλύνει τον εγκέφαλο» για να ξεθωριάσει μέσα μας κάθε έννοια του έθνους. Να ξεχάσουμε την ιστορία μας, την γλώσσα μας, την θρησκεία μας ώστε να πάψουμε να είμαστε εμπόδιο στα πλανητικά σχέδια.

Η διοίκηση του κράτους είναι σάπια.  Οι καρεκλοκεύνταυροι της αδιαφορούν για όλα, για τα πάντα, για όλους. Όταν δεν αδιαφορούν είναι για να παραλύσουν κάθε κίνηση.  Υπολογίζουν μόνο στην κονόμα και πώς θα κάνουν στα δώρα στον εαυτό τους.

Οι Έλληνες κοιμούνται. Σε λίγο δεν θα έχουν κανένα χαρακτηριστικό Έθνους. Απλά θα συνωστίζονται πάνω σ’αυτον τον χώρο που ακούει στο όνομα Ελλάς.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ένα απλό και συνάμα δύσκολο πράγμα.
Δεν θα σωθούμε αν δεν θέλουμε να σωθούμε. Δεν θα επιβιώσουμε σαν Έθνος αν δεν κάνουμε εμείς οι ίδιοι προσωπικά και συλλογικά, αυτά που δεν θέλει ή δεν μπορεί η νομενκλατούρα που μας κυβερνάει.
Κανείς δεν θα μας υπερασπισθεί αν εμείς δεν υπερασπίσουμε τον εαυτό μας.  Χρειάζεται σάλπισμα θέλησης, αποτίναξη της υπνηλίας της μαστούρα που μας ποτίζουν.  Σημαίνει έχθρα ζωντανή, ξεχειλισμένη, βαθιά κατά οποιουδήποτε προσβάλει την υπόσταση μας.

Οι «Ευρωπαίοι» δεν θα θυσιάσουν ούτε μία σταγόνα αίμα, δάκρυα, ιδρώτα ή συμφέρον για να μας υπερασπισθούν.  Ο Τούρκος, σαν καλός κουμπάρος, θα θυσιάσει τα πάντα για να μας καταβροχθίσει, ονειρευόμενος την αυτοκρατορία του. Οι Σλάβοι θα περιμένουν χαιρέκακα την συντριβή μας για να γλείψουν κάνα κοκαλάκι από τα αποφάγια του Τούρκου.

Οι πολιτικατζήδες αφού φρόντισαν για το μέλλον των παιδιών τους θα πηδήξουν στα κότερα τους και θα φύγουν νύχτα για να ξεκοκαλίσουν τα κοψίδια της αρπαχτής και της λαμογιάς τους σε άλλους τόπους.

Οι διανοούμενοι ρυπαροί χυδαίοι και τρισάθλιοι, όσοι προλάβουν να την κοπανίσουν  θα παίξουν «τον θλιμμένο και αδικημένο πρόσφυγγα» και μερικοί άλλοι, που στην κολοτσεπη ή στο ταγάρι  κρατάνε και κάνα αμερικάνικο διαβατήριο θα πάνε για την νέα τους πατρίδα. Ποια πατρίδα, μήπως είχανε και ποτέ.

Μόνο εμείς μπορούμε να τα ανατρέψουμε όλα αυτά.... Αν θέλουμε..
Αλλοίως  η Ελλάδα, ό,τι απομείνει θα είναι η χώρα των χαμένων ευκαιριών και των χαμένων ανθρώπων...

Το μέλλον μας είναι στα χέρια μας και μας ανήκει. Η Χρυσή Αυγή του Ελληνισμού είναι πλάι μας και μας δίνει το χέρι. Σήκω επάνω Έλληνα, Ελληνίδα. Σήκω επάνω Ελληνόπουλο δεν υπάρχει για σένα άλλη πραγματικότητα απο την ελληνική πατρίδα.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Ο Ήσυχος Ελληνοαμερικανός Αριστερός




Ενάντια στα φαινόμενα ρατσιστικής βίας τάχθηκε ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, σημειώνοντας ότι «αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι απλή παραβίαση των νόμων και των κανόνων. Είναι μια επιχείρηση αμφισβήτησης της ανθρώπινης αξίας. Η Χρυσή Αυγή με τις επιθέσεις της επιδιώκει να εγκαθιδρύσει στην ελληνική κοινωνία τον τρόμο. Έχουμε χρέος να μην το επιτρέψουμε».

Ο Γιώργος Καμίνης πρόσθεσε ότι ο δήμος Αθηναίων αναλαμβάνει πολιτική πρωτοβουλία για μέτωπο απέναντι στο φασισμό και το ναζισμό «με τις δημοκρατικές αξίες και τις ιδέες μας», όπως σημείωσε. Enikos

Αυτά τα σοφά και μεστά περιεχομένου δήλωσε ο κύριος Καμίνης αφήνοντας υπονοούμενα κατά των Ελλήνων πατριωτών. Υπονούμενα! Δεν τολμάει να πει τίποτα με σαφήνεια και ευθύτητα γιατί ξέρει ότι οι τυραγνισμένοι Έλληνες που καθημερινά ληστεύονται, οι παπούδες και οι γιαγιάδες τους δολοφονούνται με προτοφανή αγριότητα στα χωριά τους, κυκλοφορούν στην Αθήνα με τον φόβο και το ερώτημα “θα γυρίσω σπίτι”, θα τον πάρουν με τα γιαούρτια.
Ο κύριος Καμίνης και η κλίκα του ερμηνεύοντας τους νόμους όπως επιτάσσει η ιδεολογοπολιτική του στράτευση  απεργάζεται μία Ελλάδα "πολυπολιτισμική". Μία Ελλάδα όπου οι Έλληνες θα είναι φιλοξενούμενοι στην πατρίδα και στο έλεος του κάθε αλλοδαπού εγκληματία.

Γεννήθηκε στην Αμερική,, στην Νέα Υόρκη και έτσι απέκτησε την αμερικάνικη υπηκοότητα  (by right of birth) χωρίς  να παίξει πιάνο (δακτυλικά αποτυπώματα), να περάσει από εξετάσεις και τέλος να ορκισθεί πίστη στην αμερικάνικη σημαία. Εφ όσον  δε πέρασε του λόγου του από αυτή την διαδικασία, αφού την πήρε ( υπηκοότητα)  με την γέννηση του, ας ρωτήσει κάποιον, πως παίρνεται η υπηκοότητα με πολιτογράφηση (by naturalization). Θα μάθει, τι τραβάνε οι αλλοδαποί στο αμερικάνικο immigration. Πόσες φορές θα τους πάρουν δακτυλικά αποτυπώματα, τι γιατρούς περνάνε, τι εξετάσεις αμερικανικής ιστορίας δίνουν στην πολυπολιτισμική Αμερική για να πάρουν την πολυπόθητη υπηκοότητα. Στην Αμερική κύριε Καμίνη η μόνιμη κατοικία (Green Card) ή η υπηκοότητα δεν είναι δικαίωμα, αλλά προνόμιο.

Προς τα έξω η Αμερική αυτοδιαφημίζεται σαν η χώρα μοντέλο του «πολυπολιτισμικού», του «πολυφυλετικού» του «πολυσυλλεκτικού» κράτους. Είναι οι λέξεις παγίδες για τους λαούς, τις μικρές χώρες που τις κυβερνάν μικρονοϊκές  ή μικρόψυχες ελίτ οι οποίες, «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» αποδoμούν τις αξίες των Ελλήνων για μία θέση γύρω από το τραπέζι της Bilderberg, προτρέπουν να γίνουμε η «Αμερική των Βαλκανίων» για ένα bravo. Προς τα μέσα η Αμερική είναι μία μονολιθική αυτοκρατορία, ένα έθνος ομοούσιο και αδιαίρετο  το οποίο  καλλιεργεί έναν πρωτόγνωρο, πρωτοφανή εθνικισμό με άξονα οδηγητικό την ιδιαιτερότητα των «αμερικανικών  ιδεωδών». Που δεν είναι τίποτε άλλο από μία τάση για συνεχή επέκταση, για συνεχή κυριαρχία κάτω απο το αγρυπνο βλέμμα του Θεού. « ..Και ευλόγησεν  αυτούς ο Θεός, λέγων αύξανεστε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γήν και κατακυριεύσατε αυτήν» (Γενεσις Α,28).

Η Αμερική είναι μια πανσπερμία φυλών και θρησκειών και μια ημέρα τον χρόνο εκδηλώνουν τον φυλετισμό τους στις διάφορες εθνικές εορτές των πρώην πατρίδων τους, 25η Μαρτίου, 4 Novembre... Ο πολυπολιτισμός σταματάει εδώ. Τις υπόλοιπες 364 μια τεράστια αμερικάνικη σημαία καλύπτει τους πάντες και τα πάντα και αλίμονο σε αυτόν που θα βγει από την σκιά της. Το άγρυπνο μάτι του Αμερικάνικου αετού είναι πανταχού παρών.
Η βαριά ανάσα του FBI καψαλίζει το σβέρκο όποιου τολμήσει να αμφισβητήσει το αμερικάνικό όνειρο και το Immigration ή Migra ακουμπάει τα νύχια του στην πλάτη του όποιου δίστιχου τολμήσει να σηκώσει κεφάλι
Τα παιδιά  στο σχολείο άσπρα μαύρα κίτρινα κόκκινα  ξεκινάνε την ημέρα τους με όρκο πίστης στη σημαία της χώρας.

I pledge allegiance to the Flag
of the United States of America,
and to the Republic for which it stands:
one Nation under God, indivisible,
With Liberty and Justice for all.

Αν δεν το πιστεύει ας ρωτήσει τον Yorgo.

Οι επίδοξοι υποψήφιοι για το αξίωμα του Αμερικανού προέδρου και οποιοδήποτε άλλο αξίωμα  συναγωνίζονται σε προτάσεις για την λύση του λαθρομεταναστευτικού προβλήματος. Προτείνουν απελάσεις, αρνήσεις αδείας οδηγήσεως, αποκλεισμό των παιδιών από την δημόσια εκπαίδευση. Απαγόρευση ενοικίασης σπιτιών σε λαθρομετανάστες. Ένα τεράστιο "τοίχος" με κάμερες ηλεκροφόρα συρματοπλέγματα κτίζεται μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ. Άτυπες πολιτοφύλακες κυνηγάνε, σαν τα αγρίμια, τούς δύστυχους μέσα στις ερήμους του New Mexico και της Arizona και όμως κανείς δεν τόλμησε να τους χαρακτηρίσει ξενοφοβικούς ή ρατσιστές.

Ο αμερικανογεννημένος  κύριος Καμμίνης θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε χωματερή. Πολύ που τον ενδιαφέρει. Το διαβατήριο το έχει έτοιμο στην τσέπη. Οι χαχόλοι που τον ψήφισαν θα τραβήξουν τον διάβολό τους και θα καταριούνται την ώρα και την στιγμή που ψήφιζαν. Κοψοχέρηδες είναι γεμάτη η Ελλάδα.

Κάποιος ή κάποια θα ρωτήσει, με άφθονη εξυπνάδα. “Τι με νοιάζει το τι κάνει η Αμερική;”
Και όμως μας νοιάζει.  Ο κύριος Καμίνης δηλώνει “ελληνοαμερικανός αριστερός”. Φυσικά στην Αμερική, αν έλεγε και έκανε αυτά που λέει και κάνει  στην Ελλάδα δεν θα ήταν   δήμαρχος ούτε καν κλητήρας. Επιπλέον ο "σοφός" Βερέμης μεταξύ των άλλων ευρηματικών και ανεύθυνων που ξεστομίζει ή γράφει μας είπε ότι "θέλει να γίνει η Ελλάδα... η Αμερική των Βαλκανίων, πολυπολιτισμική" εδώ γελάνε ή κλαίνε όπως τι βρίσκει ο καθένας...